Για να δεις τη ζωή αλλιώς, σου φτάνει, απλά, ένα Ναύπλιο!

Ήθελα να ξεφύγω. Η καθημερινότητα και το άγχος με είχαν σχεδόν πνίξει και όσες προτάσεις για καφέ, ποτό ή φαγητό κι αν είχα, τις απέρριπτα χωρίς δεύτερη σκέψη. Ήξερα ότι αυτό που είχα ανάγκη ήταν απλά να αλλάξω παραστάσεις. Έτσι κανόνισα με μια φίλη να περάσουμε το επόμενο Σαββατοκύριακο στο Ναύπλιο. Ξενοδοχείο κλείσαμε στο άψε-σβήσε, η πόλη προσφέρει πολλές επιλογές. Οικονομικό, χλιδάτο, στο κέντρο, πιο ήσυχα… Τελικά, Παρασκευή απόγευμα, τελειώνουμε δουλειά και μπαίνουμε κατευθείαν στο αμάξι. Καφές πακέτο, ένα σαντουιτσάκι για το δρόμο και σε 2 ώρες είμαστε εκεί.

 

Μπαίνοντας στην πόλη, το Παλαμήδι σε εντυπωσιάζει όσες φορές κι αν το έχεις δει. Μας προβλημάτισε για αρκετή ώρα η σκέψη αν θα καταφέρουμε να ανέβουμε τα 999 σκαλοπάτια για να απολαύσουμε την απίστευτη θέα από τις επάλξεις του, είπαμε όμως να αφήσουμε τους προβληματισμούς για άλλη στιγμή και πιάσαμε να περπατάμε τη Βασιλέως Κωνσταντίνου, που διασχίζει την παλιά πόλη από το πάρκο ως την πλατεία Συντάγματος. Τα ταξίδι και ο περίπατος χαζεύοντας τα πιο καλοδιατηρημένα κτίρια της πόλης, όπως η Σχολή Ευελπίδων, το υπουργείο Στρατιωτικών και το πρώτο Γυμνάσιο της Ελλάδας, μας είχαν ανοίξει την όρεξη κι έτσι κάτσαμε για κρασί και μεζεδάκια σε ένα από τα μαγαζιά γύρω από την πλατεία, μέχρι να νυστάξουμε αρκετά ώστε να πάμε στο ξενοδοχείο.

 

Την επόμενη μέρα, η παραλία μας περίμενε. Ο καιρός δεν είχε ακόμα ζεστάνει πολύ κι έτσι η μικροσκοπική παραλία της Αρβανιτιάς κάτω από τα τείχη της Ακροναυπλίας, που το καλοκαίρι βουλιάζει από κόσμο, ήταν ό,τι έπρεπε για το μπάνιο μας. Μικρό πετραδάκι, βαθιά γαλάζια νερά και ξεχνάς αμέσως όλα σου τα προβλήματα. Το απόγευμα είπαμε να κάνουμε το γύρο της Ακροναυπλίας, για να χωνέψουμε από το φαγητό που δε μπορούσαμε να σταματήσουμε να τρώμε παρόλο που είχαμε σκάσει. Στη διαδρομή είδαμε πράγματα που μας άφησαν με το στόμα ανοιχτό, όπως τα λιθανάγλυφα του Αγίου Μάρκου πάνω στα τείχη και οι προμαχώνες των Μοντσενίγο, Ντολφίν και Γκριμάνι. Η ώρα, όμως, είχε περάσει και ο ήλιος είχε αρχίσει να μας ζαλίζει αρκετά. Ξενοδοχείο και ξεκούραση είχε το μενού για το βράδυ, έτσι ώστε να μπορέσουμε την επόμενη μέρα να πάρουμε το πλοιάριο και να πάμε να δούμε το Μπούρτζι από κοντά, να βγάλουμε και καμιά selfie της προκοπής, πριν πάρουμε το δρόμο του γυρισμού.

 

Έτσι κι έγινε. Πήγαμε, είδαμε, βγάλαμε φωτογραφίες και αποχωρήσαμε, με γεμάτες μπαταρίες. Κι έτσι όπως ταξιδεύαμε για την επιστροφή στην πραγματικότητα, σκεφτόμουν ότι, τελικά, δε χρειάζεται να φτάσεις μέχρι την άλλη άκρη του κόσμου για να δεις τη ζωή αλλιώς. Σου φτάνει, απλώς, ένα… Ναύπλιο!