Η εκδρομή που σε δικαιώνει για την επιλογή σου

Βόλος Βράδυ
Πήλιο Μυλοπόταμος
Πήλιο
Βόλος Πόλη

Μπροστά μας είχαμε ένα τετραήμερο με αργίες κολλημένες σε Σαββατοκύριακο. Η επιλογή ήταν μία: Εκδρομή! Δεν το σκεφτήκαμε και πολύ. «Πήλιο» αναφωνήσαμε όλοι μαζί, ένα λεπτό μετά, όμως, ακούστηκε μια φωνή: «Ή Βόλο;», ρωτούσε και όλοι σκαλώσαμε. Το δίλημμα μεγάλο για το πού πρέπει να μείνουμε για να απολαύσουμε και τα δύο. Τελικά, καταλήξαμε στο Βόλο, αλλά, όπως φάνηκε εκ του αποτελέσματος, και το αντίθετο να είχαμε επιλέξει πάλι το ίδιο καλά θα περνούσαμε. Οι περιοχές, άλλωστε, συνδέονται τόσο άμεσα που θεωρούνται ένα.

Ξεκινήσαμε, λοιπόν, για Βόλο, καθότι ως λάτρεις των… ποτοκατανύξεων, αδημονούσαμε να γνωρίσουμε από κοντά τα περίφημα τσιπουράδικα! Η «ιεροτελεστία» που ακολούθησε δεν είχε προηγούμενο. Τσιτσίραβλα και κολιτσιάνοι έδιναν τη σειρά τους στους κλασικούς τσιπουρομεζέδες που εμφανίζονταν κάθε φορά και διαφορετικοί σε κάθε γύρα από το «άγιο οινόπνευμα»! Τους δοκιμάσαμε όλους, πάνω 40 πρέπει να ήταν και το φαγοπότι έμοιαζε να μην τελειώνει ποτέ! Όταν πια το τσίπουρο είχε αρχίσει να μας δημιουργεί τη γνωστή, γλυκειά του ζάλη κάναμε μια βόλτα στην πόλη για να… καθαρίσει το μυαλό. Περάσαμε από το Αχίλλειο, τον πιο όμορφο κινηματογράφο της πόλης και σημείο συνάντησης για τους ντόπιους, από τον αρχιτεκτονικά υπέροχο Σιδηροδρομικό Σταθμό, από το συγκρότημα Τσαλαπάτα, ένα από τα σημαντικότερα διασωζόμενα δείγματα βιομηχανικής αρχιτεκτονικής στην Ευρώπη και καταλήξαμε στον Άναυρο και το Πάρκο των Γλυπτών για την απόλυτη χαλάρωση με θέα τον Παγασητικό.

Την επόμενη μέρα ξεκινήσαμε για Πήλιο. Πρώτη μας στάση η Πορταριά, ένα χωριό-στολίδι που σε κάνει να ξεχνάς τόπο, χρόνο, συνήθειες… Κάναμε μια βόλτα στα πλακόστρωτα πηλιορείτικα καλντερίμια θαυμάζοντας τα φανταστικά αρχοντικά και ύστερα κάτσαμε για καφέ στην πλατεία, κάτω από τα πλατάνια και δίπλα στις πέτρινες βρύσες. Κατα το μεσημέρι φύγαμε για Μακρυνίτσα. Αφήσαμε το αυτοκίνητο έχω από το χωριό, καθώς μέσα στον οικισμό δεν επιτρέπονται αυτοκίνητα κι αρχίσαμε το περπάτημα στα λιθόστρωτα σοκάκια. Φτάνοντας σε μια από τις ομορφότερες πλατείες της ορεινής Ελλάδας, κάτσαμε για φαγητό έχοντας πανοραμική θέα στον Παγασητικό. Το φαγητό καταπληκτικό, το σπετζοφάι λουκούμι και η δροσερή μπύρα να απογειώνει τον ουρανίσκο. Μέσα σε γέλια, συζητήσεις, βόλτες και νοστιμιές μας πήρε η νύχτα. Επιστρέψαμε στη βάση μας για να ανακτήσουμε δυνάμεις για την επόμενη, υπέροχη μέρα.

Επόμενη στάση, η μαγευτική Τσαγκαράδα. Άλλο ένα «διαμαντάκι» του Πηλίου, με γοητεία και φινέτσα που σου μένει αξέχαστη. Στην πλατεία της Αγίας Παρασκευής, μάλιστα, μιας εκ των τεσσάρων συνοικιών που απαρτίζουν το χωριό, δεσπόζει ένας θεόρατος πλάτανος που θεωρείται ο γηραιότερος του Πηλίου! Περιττό, εδώ, να πω πως οι φωτογραφικές μας μηχανές πήραν φωτιά, με τα clicks να απαθανατίζουν τρελές φιγούρες πάνω, δίπλα και μέσα στον πλάτανο! Μετά από το απαραίτητο καφεδάκι κατηφορίσαμε προς Μυλοπόταμο, μια από τις ομορφότερες παραλίες του Πηλίου. Τα νερά παγωμένα και καταγάλανα, με ένα τεράστιο βράχο στη μέση να χωρίζει την παραλία σε δύο μέρη προσφέροντας ίσκιο και δροσιά, δημιουργούσαν το ιδανικό σκηνικό για να περάσουμε εκεί όλη την υπόλοιπη μέρα.

Το δύσκολο κομμάτι της εκδρομής ήρθε όταν έπρεπε πια να πάρουμε το δρόμο της επιστροφής και να αφήσουμε πίσω μας όλες αυτές τις ωραίες εικόνες, μυρωδιές και γεύσεις που είχαμε απολαύσει τις προηγούμενες μέρες. Γυρνώντας στην πραγματικότητα, βρεθήκαμε όλοι μαζί ξανά μετά από λίγες μέρες. Το μόνο θέμα συζήτησης ήταν το πόσο ωραία περάσαμε και πόσες αναμνήσεις με υπέροχο φόντο φτιάξαμε σε ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Συμφωνήσαμε την επόμενη φορά να κάνουμε την ίδια εκδρομή χειμώνα και να μείνουμε σε κάποιο από τα ορεινά χωριά του Πηλίου. Έξι μήνες μετά, η επιλογή μας δικαίωσε και με το παραπάνω…